Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Σας τραγουδάω, αδέρφια μου ανεβασμένος απόψε σε μια ντάνα σακιά κάτω στο λιμάνι δείχνοντας τα σάπια δόντια μου στα ξένα καράβια...


Aν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό...





national geographic photos
Αδέρφια
απόψε δεν είμαι πια ποιητής
μου απαγορεύουν να ‘μαι ποιητής
Απόψε είμαι ένας παράξενος, ύποπτος τύπος
που γυρίζει στους δρόμους της απέραντης πολιτείας
μέσα στη νύχτα , παίζοντας ένα μεγάλο σκληρό ταμπούρλο
τρομάζοντας τους νυχτοφύλακες που αποκοιμήθηκαν
κάνοντας να γαβγίζουν τα σκυλιά παίζοντας για δυό δεκάρες στα καπηλειά
βαριά λαϊκά τραγούδια
δυνατά
όλο και πιο δυνατά
κάνοντας να τραντάζεται μες στο σκοτάδι και να τρέμει
ολάκερη η πολιτεία.

Γιατί , λοιπόν , θέλετε να μιλήσει ένας ποιητής ;
Αν ήμουν ανθρακωρύχος θα ‘σκαβα οχτώ ώρες τη γη
ανεβάζοντας, σαν ένα βρέφος, ψηλά στον ήλιο το κάρβουνο.
Αν ήμουν αχθοφόρος θα κουβάλαγα στη πλάτη μου το μπετόν
βοηθώντας να χτιστεί αυτός ο κόσμος που ζούμε.
Είμαι ποιητής
κι αποστολή μου έχω να τραγουδάω το λαό μου.

Το τραγούδι μου είναι ένα κούτσουρο χοντρό
που πάνω του βράζουν το τσουκάλι τους οι αγωγιάτες
είναι ένα κουρέλι μάλλινο
για να τυλίξει ο οδοκαθαριστής τα κρυοπαγημένα πόδια του
το τραγούδι μου κουβαλάει νερό στους διψασμένους εργάτες των δρόμων
μοιράζει γράμματα απ’ το μέλλον στους ισοβίτες του Ιτζεδίν.

Δεν είμαι εγώ κι εγώ παρά μονάχα ένα μικρό ψηφίο
μες στην παγκόσμια λέξη :Λευτεριά.

Εμείς δεκαπέντε χρόνια τώρα πεινάμε
δεκαπέντε χρόνια κρυώνουμε
δεκαπέντε χρόνια μας σκοτώνουν και δεκαπέντε χρόνια ελπίζουμε.
Δεκαπέντε χρόνια τραγουδήσαμε και ζήσαμε,
Πού ναι , λοιπόν, τα δικά σας τραγούδια ;
Όποιος δεν τραγουδάει
Πεθαίνει .

Χρόνια γεμάτα γεγονότα γεμάτα σκοτωμένους ,
ανατιναγμένα τραίνα, πανικό γεμάτα πυρκαγιές,
σημαίες, καταδότες και τραγούδια.
Χρόνια ταρακουνημένα απ’ τα μπρούτζινα χέρια του λαού.

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθα κι εγώ να υπάρχω.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθα να σφυράω και να προχωρώ.
Ήταν σκληρά τα χρόνια κι έπρεπε να μάθω να πεθαίνω και να μισώ.

Και με το ίδιο στόμα , αγαπημένη μου που σε φιλάω τρυφερά
θα μπόραγα να δαγκώσω το λαιμό εκείνου του φασίστα
που ‘ριχνε μπόμπες στις πλατείες καθώς παίζαν ανύποπτα τα παιδιά

τώρα ζητάνε να πάψω να τραγουδάω.
Μα εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Εγώ τραγουδάω
όπως περπατάει ένα ποτάμι
όπως τινάζεται στον αέρα ένα βουνό.
Τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς
όπως πεινάει
όπως κρυώνει.

Τραγουδάω όπως ένας άλλος πεθαίνει.

Τραγουδάω εσάς , αδέρφια μου
εσάς που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις
που καμπυλώνετε σαν ουράνια τόξα τις γέφυρες
εσάς που ρίχνετε το βάρος της καρδιάς σας πάνω στα κομπρεσέρ
τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια
που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα
εσάς που αγοράζετε τα χαλασμένα λαχανικά απ’ τις αγορές
εσάς που φοράτε εφημερίδες κάτω απ’ τα τριμμένα σας σακάκια
εσάς που πουλάτε τις κουβέρτες σας
για ν’ αγοράσετε το φέρετρο του παιδιού σας
τραγουδάω εσάς που πεινάτε
εσάς που δεν πεινάτε πια γιατί πεθάνατε απ’ την πείνα.
Τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή κουβαλώντας
κάτω από το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί
κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου.

Σας τραγουδάω, αδέρφια μου
ανεβασμένος απόψε σε μια ντάνα σακιά κάτω στο λιμάνι
δείχνοντας τα σάπια δόντια μου
στα ξένα καράβια .




 Τάσος Λειβαδίτης


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ
Γράφτηκε όταν κατασχέθηκε το βιβλίο
« Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου »




πηγή : http://oasigr.5.forumer.com/a/_post752-45.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου